Atena pagina 296 numero 24
Φιλάργυρος τις, έπεί άπασαν την αύτοϋ ούσίαν έξηργύριζε και χρυσοΰν βώλον έποίει, έν τινι τόπω κατώρυσσε και καθ'έκάστην την ήμεραν ερχόμενος αυτόν έβλεπε. Των δ' εργατών τις αυτόν παρετήρει. το πράγμα συνενόει και άνορύσσων τον βώλον άνήρπαζε. Μετά δέ ταυτα ό φιλάργυρος επανερχόμενος και κενόν τον τόπονόρών κλαίειν ήρχετο και αλλειν τός τρίχας, ούφέρων ιό πάθος. Τόν φιλάργυρον δέ τις όλοφυρόμενον οϋτως ορών και τήν αϊ παν άκούων «Μη οΰτως - έφη - άθύμει. άλλά λίθον άντι χρυσοΰ έν τω τόπω κατόρυσσε και προσποίει σοι ιόν χρυσόν έτι είναι· ουδέ γάρ. δτε ην. έχρώ αύτώ». Da Esopo
questa versione non è ancora stata tradotta ma puoi richiederne immediatamente la traduzione nel nostro forum s.o.s. versioni