Ο μυρμηξ παλαι Ανθρωπος ην και τη γεωργια προσεχεν· ο δε ουκ ηρκειτο τους ιδιοις πονοις αλλα και διετελει εποφθαλμιων τοις αλλοτριοις και τους γειτονων καρπους υφαιρουμενος. Ο δε Ζευς αγανακτησας κατα της πλεονεξιας αυτου μετεμορφωσεν αυτον εις τουτο το ζωον, ο καλειται νυν μυρμηξ. Ο δε την μεν μορφην ηλλαξε, την δε φυσιν ου μετεβαλετο. Μεχρι γαρ νυν περιιων κατα τας περιιων κατα τας αρουρας συλλεγει τους αλλων πυρος τε και κριθας και εαυτω αποθησαυριζει. Ο λογος δηλοι οτι οι φυσει πονηροι καιπερ κολαζομενοι τον τροπον ου μετατιθενται.

Anticamente la formica era un uomo e si dedicava all'agricoltura; egli però non si accontentava (ἀρκέω) dei propri prodotti (ἐποφθαλμέω) e ambiva avidamente a quelli degli altri e quindi bramava (ὑφαίνω) i frutti dei vicini. Zeus, sdegnato per la sua cupidigia, lo trasformò in quell'animale che ora viene chiamato formica. Quello allora mutò (ἀλλάσσω) forma, non certo l'indole. Infatti ancora oggi andando per i campi raccoglie frumento (πυρός-πυροῦ) ed orzo di altri e li ripone nel suo tesoro (ἀποθησαυρίζω). Il racconto dimostra che le indoli viziose, anche se punite (κολάζω), non cambiano condotta.
(By Geppetto)