Αι θεραπαιναι ήκουσι εις την άκτήν της θαλάσσης αι μεν φερουσι κανα έπι της κεφαλής και βαδίζουσι. αϊ δε έλαύνουσι επι των αμαξών σύν τη δεσποίνη και σύν ταΐς της δεσποίνης κόραις Έπειτα αί μέν τών θεραπαίνων πλύνουσι περιζwστρας και στολάς. αϊ δέ της σιτοποιίας έπιμέλειαν έχουσιν. Αι. δε της δεσποίνης κόραι εν τή ακτή βαδίζουσι νυν μέν τρέχουσι. νυν δε κόγχας συλλέγουσι. νυν δέ σφαίρα παίζουσι. Ει ή σφαίρα εις την θάλατταν εμπίπτει, αι κόραι κράζουσι και είσβαίνουσι εις το ύδwρ Ού διό μακρού της θαλάσσης ή δέσποινα βλέπει εις τάς κόρας και γέλα

Le ancelle vanno sulla riva del mare. Esse portano canestri sulla testa e camminano. Esse marciano con la padrona e con le figlie della padrona. Esse in seguito lavano i grembiuli delle ancelle ed i vestiti. Esse hanno cura della preparazione del cibo. Le figlie della padrona passeggiano sulla riva, ora corrono ora raccolgono conchiglie, ora giocano con la palla. Se la palla cade nel mare le fanciulle gridano ed entrano nell'acqua. A non grande distanza dal mare, la padrona guarda in direzione delle fanciulle e ride.